banner

faq

Η ρήξη υπερακανθίου (ή ρήξη υπερακανθίου τένοντα) αποτελεί το συχνότερο είδος ρήξης του στροφικού πετάλου του ώμου. Πρόκειται για τραυματισμό και καταστροφή του τένοντα του υπερακανθίου. Ανάλογα με την έκτασή της, η ρήξη μπορεί να είναι μία σχισμή ή μία τρύπα στη μάζα του τένοντα (μερική ή πλήρης ρήξη αντίστοιχα).
Το στροφικό πέταλο σχηματίζεται από τους τένοντες τεσσάρων μυών του ώμου: υποπολατίου, υπερακανθίου, υπακανθίου και ελάσσονος στρογγύλου. Οι μύες αυτοί είναι υπεύθυνοι για την έσω/έξω στροφή του άνω άκρου, εξορμούνται από την πρόσθια και την οπίσθια επιφάνεια της ωμοπλάτης και καταλήγουν στην κεφαλή του βραχιονίου. Η κατάληξή τους είναι τενόντια και καλύπτει την κεφαλή του βραχιονίου, σχηματίζοντας ένα πέταλο (εξού και ο όρος “στροφικό πέταλο”).
Είναι ο μερικός ή πλήρης τραυματισμός (σχιχμή ή τρύπα αντίστοιχα) ενός ή περισσοτέρων τενόντων του στροφικού πετάλου. Συχνότερα, η ρήξη παρατηρείται στον υπερακάνθιο και στον υπακάνθιο. Λιγότερο συχνά, παρατηρείται στον υποπλάτιο ή στον ελάσονα στρογγύλο. Για αυτό ακριβώς το λόγο, συχνά, με τον όρο “ρήξη υπερακανθίου” αναφερόμαστε αυθαίρετα και για λόγους συντομίας, σε ρήξεις στροφικού πετάλου που μπορεί να περιλαμβάνουν και άλλους τένοντες πέραν του υπερακανθίου.
Ο τένοντας του υπερακανθίου είναι περισσότερο ευαίσθητος σε σχέση με τους υπόλοιπους τένοντες του στροφικού πετάλου, σε κακώσεις, φλεγμονές (τενοντίτιδα) ή τραυματισμούς (ρήξη υπερακανθίου). Αυτό πιθανότητα, συμβαίνει εξαιτίας της ανατομικής του θέσης, της πτωχής του αγγείωσης και της λειτουργίας του. Ο τένοντας βρίσκεται ακριβώς κάτω από το έξω χείλος του ακρωμίου και εγκλωβίζεται μεταξύ ακρωμίου και κεφαλής του βραχιονίου, κάθε φορά που ανυψώνουμε το άνω άκρο πάνω από το ύψος της κεφαλής (σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής). Η συνεχής πρόσκρουση του τένοντα στις οστικές δομές του ώμου, ευνοεί τη φθορά του (μικρορήξεις) προϊόντος του χρόνου. Επιπλέον, η κακή αγγείωση του τένοντα δεν ευνοεί την επούλωση των μικροτραυματισμών του, με συνέπεια την επιδείνωση μιας αρχόμενης ρήξης. Τέλος, ο υπερακάνθιος δραστηριοποιείται σε όλες σχεδόν τις κινήσεις του ώμου, οπότε και η φθορά του είναι περισσότερο αναμενόμενη σε σχέση με τους υπόλοιπους τένοντες του στροφικού πετάλου.
Η ρήξη μπορεί να αφορά, είτε σε ένα μέρος του πάχους του τένοντα, οπότε καλείται μερική ρήξη, είτε μπορεί να αφορά σε όλο το πάχος του τένοντα, οπότε καλείται πλήρης. Ουσιαστικά, η μερική ρήξη υπερακανθίου αποτελεί μια σχισμή στην άνω ή στην κάτω επιφάνεια του τένοντα, ενώ, η πλήρης ρήξη αποτελεί μία σχισμή που διαπερνά τη μάζα του τένοντα (οπότε σχηματίζεται μία τρύπα).
Το βασικότερα συμπτώματα ενός ασθενούς με αποκλειστική ρήξη υπερακανθίου είναι ο πόνος στον ώμο και η δυσκολία ανύψωσης και στροφής του άνω άκρου πάνω από το ύψος της κεφαλής. Ο πόνος παρατηρείται σε συγκεκριμένες κινήσεις του ώμου, κυρίως κατά την ανύψωση του άνω άκρου. Σε περιπτώσεις μεγάλων, μαζικών ρήξεων του στροφικού πετάλου, η ρήξη υπερακανθίου συνδυάζεται με ρήξεις και των άλλων τενόντων και τα συμπτώματα είναι περισσότερο έντονα (αδυναμία ανύψωσης του άνω άκρου, αδυναμία στροφής).
Η διάγνωση της ρήξης γίνεται εύκολα κλινικά, με βάση το ιστορικό και τη λεπτομερή εξέταση του ασθενούς και επιβεβαιώνεται απεικονιστικά, με υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία.
Κάθε ρήξη, ανάλογα με τα ανατομικά χαρακτηριστικά της (σχήμα, εντόπιση, μέγεθος, έκταση, ατροφία του μυός) ταξινομείται σε διάφορες κατηγορίες (βαθμός σοβαρότητας). Ανάλογα με τα συμπτώματα του ασθενούς και τη σοβαρότητα της ρήξης, προκύπτει η ένδειξη για χειρουργική ή μη θεραπεία.
Άμεσα μετεγχειρητικά, ο ασθενής εντάσσεται σε ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης, το οποίο, βασίζεται στο βαθμό της ρήξης, στον τρόπο της συρραφής και στις λειτουργικές του απαιτήσεις. Για τις πρώτες 4-6 εβδομάδες, ο ασθενής χρησιμοποιεί ειδικό νάρθρηκα απαγωγής του ώμου και διδάσκεται από τον φυσικοθεραπευτή πώς να χειρίζεται το χειρουργημένο άνω άκρο για τις βασικές καθημερινές του ανάγκες (προσωπική υγιεινή, σίτιση, ένδυση). Παράλληλα και σταδιακά, ξεκινά κινησιοθεραπεία και από την 6η εβδομάδα, εντάσσεται σε πρόγρμμα ελεγχόμενης μυϊκής ενδυνάμωσης. Ανάλογα με τις λειτουργικές του απαιτήσεις, επιστρέφει στο επιθυμητό επίπεδο δραστηριότητας σε 3-6 μήνες.
Χειρουργική αποκατάσταση πραγματοποιείται σε περιπτώσεις
  • μέτριων και μεγάλων ρήξεων,
  • ρήξεων με έντονη συμπτωματολογία (πόνος, δυσκαμψία)
  • μικρών συμπτωματικών ρήξεων σε άτομα υψηλών λειτουργικών απαιτήσεων
  • αποτυχίας της συντηρητικής αντιμετώπισης .
Όχι. Η βασική ένδειξη για χειρουργική αντιμετώπιση είναι η κλινική εικόνα του ασθενούς. Η παρουσία ρήξης στον απεικονιστικό έλεγχο δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη για χειρουργείο. Ο συνδυασμός θετικών κλινικών και των απεικονιστικών ευρημάτων αποτελεί την ισχυρότερη ένδειξη για χειρουργική αποκατάσταση μιας ρήξης.
Η αποκατάσταση της ρήξης γίνεται αρθροσκοπικά. Μέσα από 3-6 (ανάλογα με το βαθμό της ρήξης) ελάχιστες τομές του δέρματος, ο ορθοπεδικός χειρουργός εισάγει στην άρθρωση του ώμου μία κάμερα (αρθροσκόπιο) και λεπτά χειρουργικά εργαλεία. Με τη βοήθεια της κάμερας, βλέπει το εσωτερικό της άρθρωσης και αξιολογεί την κατάσταση των ανατομικών δομών (τένοντες, σύνδεσμοι, οστά κλπ). Με τη βοήθεια των εργαλείων, πραγματοποιεί καθαρισμό και συρραφή του φθαρμένου τένοντα.
Άμεσα μετεγχειρητικά, ο ασθενής εντάσσεται σε ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης, το οποίο, βασίζεται στο βαθμό της ρήξης, στον τρόπο της συρραφής και στις λειτουργικές του απαιτήσεις. Για τις πρώτες 4-6 εβδομάδες, ο ασθενής χρησιμοποιεί ειδικό νάρθρηκα απαγωγής του ώμου και διδάσκεται από τον φυσικοθεραπευτή πώς να χειρίζεται το χειρουργημένο άνω άκρο για τις βασικές καθημερινές του ανάγκες (προσωπική υγιεινή, σίτιση, ένδυση). Παράλληλα και σταδιακά, ξεκινά κινησιοθεραπεία και από την 6η εβδομάδα, εντάσσεται σε πρόγρμμα ελεγχόμενης μυϊκής ενδυνάμωσης. Ανάλογα με τις λειτουργικές του απαιτήσεις, επιστρέφει στο επιθυμητό επίπεδο δραστηριότητας σε 3-6 μήνες.
banner1

Περίπτωση ασθενούς: Συγκριτική μαγνητική τομογραφία ώμου προεγχειρητικά (αριστερά) και μετεγχειρητικά (δεξιά, ένα έτος μετά το χειρουργείο). Το βέλος στην προεγχειρητικά εικόνα υποδεικνύει την απουσία (ρήξη) τένοντα υπερακανθίου ενώ, στη μετεγχειρητική εικόνα υποδεικνύει την αποκατάσταση της βλάβης (συρραφή τένοντα στην ανατομική του θέση).

ρήξη υπερακανθίου

Περίπτωση ασθενούς: Συγκριτική μαγνητική τομογραφία ώμου προεγχειρητικά (αριστερά) και μετεγχειρητικά (δεξιά, ένα έτος μετά το χειρουργείο). Το βέλος στην προεγχειρητικά εικόνα υποδεικνύει την απουσία (ρήξη) τένοντα υπερακανθίου ενώ, στη μετεγχειρητική εικόνα υποδεικνύει την αποκατάσταση της βλάβης (συρραφή τένοντα στην ανατομική του θέση). Το “κενό” που υπήρχε προεγχειρητικά, έχει πλέον “γεμίσει” με τένοντα.

Σχετικά Βίντεο