Με τον όρο “πτερυγοειδής ωμοπλάτη” περιγράφεται η παρέκκλιση της ωμοπλάτης από τη φυσιολογική της πορεία, κατά τις κινήσεις του ώμου.

Το εύρος κίνησης του ώμου επιτυγχάνεται από δύο επιμέρους αρθρώσεις της ωμικής ζώνης, τη γληνοβραχιόνιο άρθρωση (κεφαλή βραχιονίου – ωμογλήνη) και την θωρακωμοπλατιαία άρθρωση (ωμοπλάτη – θώρακας). Οι αρθρώσεις αυτές συνεισφέρουν στο συνολικό εύρος κίνησης του ώμου με ρυθμό 2:1 αντίστοιχα. Όταν δηλαδή, ανυψώνουμε τον ώμο μας κατά 90 μοίρες, οι 60 προκύπτουν από την κίνηση της κεφαλής του βραχιονίου επί της ωμογλήνης και οι υπόλοιπες 30 προκύπτουν από την κίνηση της ωμοπλάτης επί του οπίσθιου θωρακικού τοιχώματος.

Η φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης περιλαμβάνει ανύψωση και πρόσθια κλίση και επιτυγχάνεται χάρη στη συντονισμένη δράση διαφόρων μυών της ράχης και του ώμου. Η παθολογική δράση ενός εκ των μυών αυτών προκαλεί παρέκκλιση της ωμοπλάτης από τη φυσιολογικής της πορεία. Στην περίπτωση αυτή, η ωμοπλάτη χαρακτηρίζεται ως πτερυγοειδής.

Η πάθηση διακρίνεται σε δύο κυρίως τύπους, ανάλογα με τους μύες που πάσχουν:

Πτερυγοειδής ωμοπλάτη με έσω παρεκτόπιση: Οφείλεται σε κακή λειτουργία του πρόσθιου οδοντωτού μυός, εξαιτίας πάρεσης του μακρού θωρακικού νεύρου, με αποτέλεσμα την προς τα έσω και άνω μετατόπιση του έσω χείλους (εσωτερικής πλευράς) της ωμοπλάτης.

Πτερυγοειδής ωμοπλάτη με έξω παρεκτόπιση: Οφείλεται σε κακή λειτουργία του τραπεζοειδούς μυός, εξαιτίας πάρεσης του παραπληρωματικού νεύρου, με αποτέλεσμα την προς τα έξω και κάτω μετατόπηση του έξω χείλους (εξωτερικής πλευράς) της ωμοπλάτης.

Σπανιότερες αιτίες πτερυγοειδούς ωμοπλάτης είναι η αδυναμία των σταθεροποιητικών μυών της ωμικής ζώνης, η πάρεση του βραχιονίου πλέγματος και η χρόνια αστάθεια του ώμου, είτε εξαιτίας επαναλαμβανόμενων εξαρθρημάτων, είτε εξαιτίας κακώσεων των συνδέσμων της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης.

Η διάγνωση της πάθησης είναι εύκολη, καθώς η πτερυγοειδής ωμοπλάτη είναι ιδιαίτερα εμφανής κατά την κλινική εξέταση του ώμου. Για την επιβεβαίωση της αιτίας της πάθησης, συνήθως χρειάζεται ένα ηλεκτρομυογράφημα, το οποίο ελέγχει τη λειτουργία των νεύρων που νευρώνουν τους μύες της ωμοπλάτης.

Η θεραπεία της πάθησης είναι κατά κύριο λόγο η αναμονή και η φυσικοθεραπεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να υπάρχει ένδειξη για χειρουργική θεραπεία (παρασκευή και διερεύνηση του πάσχοντος νεύρου, τενοντομεταφορά, θωρακωμοπλατιαία αρθρόδεση).

Για επείγοντα περιστατικά       213 0331715 / 697 2023834