osteoporosi 1

Τι είναι η οστεοπόρωση;

Η οστεοπόρωση αποτελεί μια μεταβολική νόσο των οστών. Συγκεκριμένα, αποτελεί το πιο συχνό από τα νοσήματα αυτής της κατηγορίας. Περιγραφικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την οστεοπόρωση ως την παθολογική κατάσταση κατά την οποία, η πυκνότητα των οστών μειώνεται υπερβολικά κάτω από τα φυσιολογικά όρια.

Για να κατανοήσουμε την πάθηση, πρέπει να γνωρίζουμε κάποια βασικά στοιχεία του οστικού μεταβολισμού. Το οστούν αποτελεί ένα από τα πιο δραστήρια όργανα του ανθρώπινου οργανισμού διότι, βρίσκεται συνεχώς σε μια φάση ανακατασκευής. Η πυκνότητά του …..

Καλό είναι να αναφέρουμε μια σημαντική και ίσως δυσνόητη παρατήρηση: Πρόκειται για μια ποσοτική νόσο και όχι ποιοτική, δηλαδή μειώνεται η περιεκτικότητα-πυκνότητα του οστού χωρίς ωστόσο, να επηρεάζεται η σύστασή του.

Ο επιστημονικός όρος της νόσου, όπως διατυπώνεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, βασίζεται σε στατιστικά κριτήρια και περιγράφεται ως η και η αρνητική απόκλιση της οστικής πυκνότητας κατά 2,5 σταθερές αποκλίσεις σε σχέση με την οστική πυκνότητα ενός ατόμου 25 ετών, του ίδιου φύλου και της ίδιας εθνικότητας.

Γιατί χαρακτηρίζεται ως “σιωπηλή νόσος”;

Η οστεοπόρωση αποτελεί μία “ύπουλη” νόσο διότι,
α) η έναρξή της δεν γίνεται αντιληπτή από τους ασθενείς και
β) όταν εκδηλωθούν τα συμπτώματα, η πάθηση είναι ήδη σε προχωρημένο στάδιο.
Πολλοί ιατροί, λόγω και της μεγάλης συχνότητας της νόσου, τη χαρακτηρίζουν ως μια “σιωπηλή επιδημία”, θέλοντας με αυτό τον όρο να προσδώσουν στην πάθηση τη σοβαρότητα που της αρμόζει και να προειδοποιήσουν τους ασθενείς για ορθή πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση.

6-osteoporosis

Ποιές ηλικίες προσβάλλει η οστεοπόρωση;

Η ηλικία εμφάνισης της οστεοπόρωσης ποικίλει ανάλογα με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό του κάθε ασθενούς. Πάντως, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, η νόσος εμφανίζεται στις γυναίκες κατά την περίοδο της εμμηνόπαυσης. Πέραν όμως της μετεμηνοπαυσικής οστεοπόρωσης, η νόσος μπορεί να εμφανισθεί και σε ασθενείς μετά τα 70 έτη ή και σε οποιαδήποτε ηλικία έαν πρόκειται για δευτεροπαθή εκδήλωση άλλου νοσήματος.

Ποιά είναι τα συμπτώματα της νόσου;

Η σοβαρότητα της οστεοπόρωσης οφείλεται στο γεγονός ότι, συνοδεύεται από αυξημένο καταγματικό κίνδυνο, αυξημένη δηλαδή πιθανότητα να εκδηλωθεί με κατάγματα.

Καθώς η πυκνότητα των οστών ολοένα και μειώνεται, είναι λογικό, τα οστά να καθίστανται εύθριπτα και περισσότερο ευάλωτα σε μηχανικά φορτιά και κακώσεις. Δε διαθέτουν πλέον την απαραίτητη αντοχή σε καταπονήσεις και είναι τόσο ευαίσθητα ώστε, πολλές φορές να μην μπορούν να υποστηρίξουν απλές καθημερινές δραστηριότητες (έγερση από την κλινη, βάδιση, άρση μικρών βαρών). Η μειωμένη μηχανική αντοχή τους συνεπάγεται σχεδόν αναπόφευκτα την εμφάνιση κατάγματος.

Τα κατάγματα αυτά, επειδή προκαλούνται από ελάχιστη βία, διαφοροποιούνται από τα υπόλοιπα κατάγματα που απαιτούν ένα σοβαρό μηχανισμό κάκωσης, και ονομάζονται οστεοπορωτικά κατάγματα.

Υπάρχουν τρεις τύποι οστεοπορωτικών καταγμάτων:

Κάταγμα κάτω πέρατος κερκίδας (κάταγμα στον καρπό), σε ηλικίες 50-60
Σπονδυλικό κάταγμα, σε ηλικίες 60-70
Κάταγμα του ισχίου (υποκεφαλικό ή διατροχαντήριο), σε ηλικίες 70-80

Η διάγνωση των σπονδυλικών καταγμάτων είναι πολύ σημαντική καθώς, μπορεί να αποτελέσουν την πρώτη εκδήλωση της οστεοπόρωσης και να μας προειδοποιήσουν για την ανάγκη σωστής αντιμετώπισης της νόσου, πέρα από τα στενά πλαίσια της αντιμετώπισης του κατάγματος αυτού καθεαυτού. Επίσης, η εντόπιση και ο αριθμός των σπονδυλικών καταγμάτων είναι ενδεικτικός της βαρύτητας της νόσου και της πιθανής της εξέλιξης.

Χαρακτηριστικά, μπορούμε να αναφέρουμε ότι, η παρουσία ενός σπονδυλικού κατάγματος αυξάνει στο 5πλάσιο την πιθανότητα για την εμφάνιση νέου σπονδυλικού κατάγματος ή κατάγματος στο ισχίο.

osteoporosi - katagma 1osteoporosi - katagma 2

Ισχύει ότι, οι γυναίκες προσβάλλονται συχνότερα σε σχέση με τους άνδρες;

Γενικά, η γυναίκες παρουσιάζουν 4 φορές μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης οστεοπόρωσης σε σχέση με τους άνδρες. Ωστόσο, στους άνδρες είναι συχνότερη η δευτεροπαθής οστεοπόρωση.

Σε ποιούς τύπους διακρίνεται η οστεοπόρωση;

Η οστεοπόρωση διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: την πρωτοπαθή ή ιδιοπαθή και τη δευτεροπαθή.

Στην ιδιοπαθή οστεοπόρωση ανήκουν

  • η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση (γυναίκες μετά τα 50)
  • η γεροντική οστεοπόρωση (γυναίκες και άντρες μετά τα 70)
  • η παροδική οστεοπόρωση (εμφανίζεται συχνότερα στην περιοχή του ισχίου και σε γυναίκες κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης)

Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση οφείλεται σε κάποια συγκεκριμένη γνωστή πάθηση του ασθενούς πχ υπερπαραθυρεοειδισμός, χρόνια λήψη κορτιζόνης κλπ

Ποιοί παράγοντες προδιαθέτουν για την εκδήλωση της νόσου;

Οι βασικοί παράγοντες που ευνοούν την εκδήλωση οστεοπόρωσης είναι οι εξής:

  • Κορυφαία οστική μάζα: Πρόκειται για την οστική μάζα, την πυκνότητα του σκελετού μας δηλαδή, στην ηλικία των 35 ετών. Ασθενείς που εμφανίζουν μειωμένη κορυφαία οστική μάζα (γυναίκες σε σχέση με άνδρες και λευκή φυλή σε σχέση με μαύρη φυλή) έχουν περισσότερες πιθανότητες εκδήλωσης οστεοπόρωσης.
  • Ρυθμός οστικής απώλειας: Πρόκειται για το ρυθμό οστικής αποδήμησης ο οποίος,  αυξάνεται φυσιολογικά μετά την ηλικία των 35 ετών. Σε περιπτώσεις που ο ρυθμός αυτός είναι πέραν του φυσιολογικού (συχνότερα σε γυναίκες), εκδηλώνεται οστεοπόρωση.
  • Ορμονικοί παράγοντες: Τα οιστρογόνα ασκούν μια προστατευτική δράση στην οστική πυκνότητα, Η μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση οδηγεί σε αυξημένη οστική απώλεια και οστεοπόρωση.
  • Πρόσληψη ασβεστίου: Ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου και διαταρραχές στην απορρόφηση βιταμίνης D σχετίζονται με οστεοπόρωση.
  • Σωματική άσκηση: Μειωμένη σωματική άσκηση δεν προσφέρει στα οστά τα απαιραίτητα μηχανικά ερεθίσματα για να προαχθεί η οστική ανακατασκευή και ευνοούν την οστική απορρόφηση και την οστεοπόρωση.
  • Καταχρήσεις: Το αλκοόλ, ο καπνός και η καφεΐνη έχουν αρνητική επίδραση στον οστικό μεταβολισμό.
  • Σωματότυπος: Γυναίκες λεπτές, λευκής φυλής και ξανθές.
  • Οικογενειακό ιστορικό

Πώς γίνεται η διάγνωση της οστεοπόρωσης;

Η διάγνωση της νόσου απαιτεί αυξημένο βαθμό υποψίας και ιδιαίτερη ευαισθησία του κλινικού ιατρού στο θέμα της πρόληψης. Αυτό σημαίνει ότι, σε ιδανικές συνθήκες η διάγνωση της νόσου πρέπει να προκύπτει μέσω των τακτικών προληπτικών εργαστηριακών ελέγχων (screening) σε ομάδες πληθυσμού υψηλού κινδύνου (πχ γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση, ασθενείς μετά τα 65). Σε διαφορετική περίπτωση, η διάγνωση της νόσου είναι “επώδυνη” καθώς, προκύπτει με την εμφάνιση καταγμάτων χαμηλής βίας (οστεοπορωτικά κατάγματα πηχεοκαρπικής, σπονδυλικής στήλης, ισχίων).

Για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης χρειαζόμαστε ένα σύνολο εργαστηριακών και απεικονιστικών εξετάσεων οι οποίες, πρέπει να επαναλαμβάνονται σε τακτική (συνήθως ετήσια) βάση. Η πιο σημαντική απεικονιστική εξέταση είναι η μέτρηση οστικής πυκνότητας  (ΜΟΠ) με τη μέθοδο DEXA. Η ΜΟΠ καθορίζει το βαθμό πυκνότητας των οστών και με βάση τα αποτελέσματά της (Τ score ή Z score), προκύπτει η σοβαρότητα της πάθησης ως εξής:

Τ score 0 έως -1 : Φυσιολογικό
Τ score -1 έως -2,5 :  Οστεοπενία
Τ score < -2,5 : Οστεοπόρωση

Πρέπει να αναφέρουμε ότι, για την πραγματική διάγνωση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης, δεν αρκεί μία μέτρηση οστικής πυκνότητας καθώς, ο ορισμός της πάθησης αποκλειστικά και μόνο στα αποτελέσματα τα ΜΟΠ είναι πλημμελής. Άλλωστε, η διάγνωση της οστεοπόρωσης και η επακόλουθη θεραπεία δε στοχεύουν στη βελτίωση του σκορ της ΜΟΠ αλλά, στην αύξηση της οστικ΄ς πυκνότητας έτσι ώστε να περιορισθεί σημαντικά η πιθανότητα κατάγματος. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, πλέον δε στηριζόμαστε μόνο στη ΜΟΠ για τον ορισμό της οστεοπόρωσης αλλά, υπολογίζουμε με έναν αλγ΄όριθμο το μέγεθος του καταγματικού κινδύνου, δηλαδή την πιθανότητα μελλοντικού κατάγματος. Η πιθανότητα αυτή προσεγγίζει καλύτερα τη διάγνωση της οστεοπόρωσης και θέτει σε μια πιο κλινική και πρακτική διάσταση τη φαρμακευτική της αντιμετώπιση.

Ποιά είναι η θεραπεία της οστεοπόρωσης;

Η θεραπεία της οστεοπόρωσης επιτυγχάνεται κατά κανόνα με ένα τριπλό φαρμακευτικό σχήμα το οποίο, περιλαμβάνει ένα βασικό φάρμακο, βιταμίνη D και ασβέστιο. Το βασικό φάρμακο μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την προτίμηση του θεράποντος ιατρού, τη βαρύτητα της πάθησης, το ιστορικό λήψης αντίστοιχων αντιοστεοπορωτικών φαρμάκων κατά το παρελθόν. Γενικά, τα φα΄ρμακα που χορηγούμε για την αντιμετώπιση τα οστεοπόρωσης διακρίνονται σε δυο βασικές κατηγορίες, σε εκείνα με αναβολική και σε εκείνα με καταβολική δραση.

Τα φάρμακα με καταβολική δρα΄ση αναστέλουν την οστεοκλαστογένεση, εμποδίζουν δηλαδή την παραγωγή οστεοκλαστών, περιορίζοντας με αυτόν τον τρόπο την οστική απορρόφηση. Σε αυτή την κατηγορία αν΄κουν τα διφοσφωνικά ( από του στόματος λήψη ή ενδοφλέβια) και το μονοκλονικό αντίσωμα-αναστολέας του παράγοντα RANKL (υποδόρια ένεση κάθε 6 μ΄νες).

Στη δευτερη κατηγορία ανήκουν τα αναβολικά φάρμακα όπως είναι η τεριπαρατίδη, που ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των οστεοβλαστών, αυξάνοντας την οστική μάζα.

Σε περιπτώσεις οστεοπενίας αρκεί η απλή χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D, εφόσον δεν συνυπάρχουν παράγοντες κινδύνου που να αυξάνουν την πιθανότητα καταγματος, οπότε και έχουμε μια κατάσταση ισοδύναμη με οστεοπόρωση.

Υπάρχουν τροφές που εμποδίζουν την εμφάνιση της νόσου;

Σημαντικά στοιχεία της διατροφής είναι η ισορροπημένη διάιτα χωρίς υπερβολές. Αυτό εξασφαλίζει τόσο την απαραίτητη πρόσληψη ασβεστίου, μαγνησίου, βιταμίνης D, όσο και τη λογική πρόσληψη πρωτείνων.

Είναι δυνατή η πρόληψη της οστεοπόρωσης;

Η οστεοπόρωση αποτελεί μια πολυπαραγοντική νόσο, η εμφάνισή της δηλαδή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που δεν μπορούμε πάντα να τους ελέγξουμε. Ωστόσο, η εφαρμογή ορισμένων απλών κανόνων όπως πχ

  • Τακτική σωματική άσκηση
  • Ισορροπημένη διατροφη
  • Τακτικός έλεγχος ανάλογα με το οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό

Επιτρέπουν όσο το δυνατό καλύτερο έλεγχο αυτής της μεταβολικής πάθησης των οστών.

Δείτε το σχετικό Βίντεο

Για επείγοντα περιστατικά       213 0331715 / 697 2023834