Παρόλο που το σύνδρομο κοιλιακών-προσαγωγών είναι ευρέως γνωστό ως “κήλη των αθλητών”, δεν αποτελεί πραγματική κήλη. Ο όρος είναι -λανθασμένα- ευρέως διαδεδομένος για λόγους συντομίας και εύκολης ενημέρωσης των ασθενών. Η πραγματική παθολογία της νόσου δεν είναι πλήρως διευκρινισμένη.

 Η επικρατούσα άποψη είναι ότι, το σύνδρομο κοιλιακών-προσαγωγών οφείλεται σε επαναλαμβανόμενη φόρτιση της ηβικής σύμφυσης (πρόσθιο τμήμα της λεκάνης). Η συνεχής καταπόνηση κατά τις αθλητικές δραστηριότητες, εξασθενεί την άρθρωση, προκαλεί αστάθεια στον πυελικό δακτύλιο και κατά συνέπεια έντονη σύσπαση (στρες) στους μύες της περιοχής (κοιλιακοί και προσαγωγοί). Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τραυματίζεται η απονεύρωση του εγκάρσιου κοιλιακού μυός και αδυνατίζει το οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου. Παράλληλα, η χρόνια αστάθεια της λεκάνης προκαλεί τη συμπίεσή  των νεύρων της περιοχής (αιδοιομηρικό, λαγονοβουβωνικό) από τους παρακείμενους ιστούς, με αποτέλεσμα το χαρακτηριστικό πόνο της νόσου.

Νόσος κοιλιακών-προσαγωγών

Το σύνδρομο κοιλιακών-προσαγωγών εμφανίζεται σε αθλητές που πραγματοποιούν επαναλαμβανόμενα και με μεγάλη ένταση,  έκταση, απαγωγή και στροφή του ισχίου (πχ ποδόσφαιρο, kick-boxing).

Το κύριο κλινικό συμπτώμα είναι ο πόνος στη βουβωνική χώρα. Ο πόνος είναι διάχυτος,  βύθιος, έχει ύπουλη έναρξη (ξεκινά σαν μια ήπια ενόχληση και επιδεινώνεται σταδιακά) και γίνεται χρόνιος. Συχνά, ο πόνος είναι έντονος μετά το πέρας της προπόνησης και όχι σπάνια, μπορεί να αποτελέσει αιτία διακοπής της αγωνιστικής δραστηριότητας του αθλητή.

Η διάγνωση του συνδρόμου είναι κλινική και βασίζεται στο ιστορικό, στην λεπτομερή κλινική εξέταση και στον αποκλεισμό άλλων παθήσεων της περιοχής (κολία, οσφύ, ισχίο, μηρός). Δεν υπάρχει απεικονιστική εξέταση που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη της νόσου. Ο απεικονιστικός έλεγχος στοχεύει μόνο στον αποκλεισμό παθήσεων με παρόμοια συμπτωματολογία. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια προσπάθεια χρήσης του υπερηχογραφήματος και της μαγνητικής τομογραφίας στη διαγνωστική μας προσέγγιση αλλά, τα αντίστοιχα ευρήματα είναι ενδεικτικά της παθολογίας της βουβωνικής περιοχής και σε καμία περίπτωση δεν πιστοποιούν την παρουσία  βλάβης ή αδυναμίας του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου.

Η θεραπεία του συνδρόμου είναι αρχικά συντηρητική (μη χειρουργική) και στοχεύει στη μυϊκή ενδυνάμωση του πυελικού δακτυλίου. Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει:

  • αποχή από έντονη σωματική ή αγωνιστική δραστηριότητα
  • διακοπή ή μείωση της έντασης της προπόνησης
  • παυσίπονα
  • αξιολόγηση σωματομετρικών παραμέτρων (θέση στάσης, βάδιση, ελαστικότητα)
  • φυσιοθεραπεία με στόχο την ενδυνάμωση και το συντονισμό των μυών της περιοχής

Σε περίπτωση αποτυχίας της συντηρητικής θεραπείας, υπάρχει ένδειξη για χειρουργική αποκατάσταση του βουβωνικού πόρου. Προς το παρόν, δεν υπάρχει σαφής ένδειξη για την επιλογή ανοικτής ή λαπαροσκοπικής τεχνικής και δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν την υπεροχή της μιας μεθόδου έναντι της άλλης. Σε κάθε περίπτωση, στόχος είναι η  αποκατάσταση της βλάβης του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου και η αποσυμπίεση του νεύρου που έχει εγκλωβιστεί στους πάσχοντες ανατομικούς σχηματισμούς. Μετεγχειρητικά, ο ασθενής εντάσσεται σε ειδικό πρόγραμμα αποκατάστασης.

Για επείγοντα περιστατικά       213 0331715 / 697 2023834