Ο ώμος του κολυμβητή

Ο ώμος του κολυμβητή αποτελεί μια “διάγνωση” που αποδίδεται συχνά σε κολυμβητές που παρουσιάζουν προβλήματα με τον ώμο τους. Δεν πρόκειται για μία συγκεκριμένη πάθηση αλλά, για ένα γενικότερο όρο που περιλαμβάνει πλήθος παθήσεων της ωμικής ζώνης, οι οποίες όμως, έχουν ένα κοινό γνώρισμα: παρουσιάζονται σε κολυμβητές υψηλού επιπέδου και προκαλούν μείωση των αθλητικών τους επιδόσεων.

Ο ώμος παρουσιάζει δύο βασικά χαρακτηριστικά: μεγάλη ελευθερία κίνησης και περιορισμένη σταθερότητα. Τα χαρακτηριστικά αυτά βρίσκονται σε μια πολύ λεπτή ισορροπία μεταξύ τους, προκειμένου να επιτευχθεί η φυσιολογική λειτουργικότητα της ωμικής ζώνης (μέγιστη κίνηση χωρίς εξάρθρημα).

Η ισορροπία μεταξύ ελευθερίας κινήσεων και σταθερότητας είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε αγωνίσματα που απαιτούν ανύψωση του χεριού πάνω από το ύψος της κεφαλής (overhead sports), κατά τα οποία, ο αθλητής πραγματοποιεί επανειλημμένα έντονες κινήσεις του ώμου.

Η κολύμβηση αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό αγώνισμα αυτής της κατηγορίας καθώς, ένας κολυμβητής ξεπερνά τις 4000 κινήσεις του ώμου σε μία μόνο προπόνηση! Η διαρκής και υπερβολική καταπόνηση της άρθρωσης, επιβαρύνει τους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς της, δημιουργεί μικροαστάθεια και σε βάθος χρόνου προκαλεί όλα εκείνα τα συμπτώματα που συναντάμε στον ώμο του κολυμβητή.

Για να κατανοήσουμε τα προβλήματα της άρθρωσης του ώμου στους κολυμβητές, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε αδρά στοιχεία της ανατομίας της ωμικής ζώνης και της εμβιομηχανικής της κολύμβησης.

Ανατομία του ώμου

Ο ώμος (πιο σωστά ωμική ζώνη) σχηματίζεται από τρία οστά, την κλείδα, την ωμοπλάτη και την κεφαλή του βραχιονίου και περιλαμβάνει τρεις επιμέρους αρθρώσεις, τη γληνοβραχιόνιο (ένωση κεφαλής βραχιονίου με ωμοπλάτη), την ακρωμιοκλειδική (ένωση κλείδας με ωμοπλάτη) και την θωρακωμοπλατιαία (ένωση ωμοπλάτης με οπίσθιο θωρακικό τοίχωμα).

Όλες αυτές οι αρθρώσεις σταθεροποιούνται από ένα πολύπλοκο σύστημα συνδέσμων που ονομάζονται στατικοί σταθεροποιητές (επιχείλιος χόνδρος, γληνοβραχιόνιοι σύνδεσμοι, αρθρικός θύλακος).

Οι κινήσεις του ώμου επιτυγχάνονται χάρη στη δράση διαφόρων μυϊκών ομάδων.

Η κυριότερη είναι το στροφικό πέταλο, μια ομάδα τεσσάρων μυών που είναι υπεύθυνοι για τη στροφή και την ανύψωση του άνω άκρου. Το στροφικό πέταλο αποτελεί τον κύριο δυναμικό σταθεροποιητή της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης, δηλαδή επιτρέπει την κίνηση της κεφαλής του βραχιονίου,εξασφαλίζοντας παράλληλα τη σταθερότητά της εντός της ωμογλήνης (κινεί το άνω άκρο αποτρέποντας το εξάρθρημα). Οι μύες αυτοί ενεργούν σε όλες σχεδόν τις φάσεις της κολύμβησης και εξαιτίας αυτής της υπέρχρησης τραυματίζονται συχνά (τενοντίτιδα, ρήξη).

Οι μεγάλοι μύες της ωμικής ζώνης (δελτοειδής, μείζων θωρακικός, πλατύς ραχιαίος) αποτελούν μεγάλες μυϊκές ομάδες που προσφέρουν σταθερότητα και επιπλέον δύναμη στις κινήσεις της άρθρωσης. Οι μύες αυτοί επιστρατεύονται ιδιαίτερα κατά τη στιγμή της εισόδου του άνω άκρου στο νερό και είναι υπεύθυνοι για την έντονη προώθηση του σώματος του αθλητή εντός του υγού στοιχείου (δρουν σαν κουπί).

Οι υπόλοιποι μύες (τραπεζοειδής, πρόσθιος οδοντωτός, ρομβοειδείς, ανελκτήρας της ωμοπλάτης) δρουν κυρίως σταθεροποιητικά. Εξασφαλίζουν την ιδανική θέση της ωμοπλάτης και του βραχιονίου σε κάθε θέση του άνω άκρου έτσι ώστε, πάντα, να επιτυγχάνεται η μέγιστη απόδοση των υπόλοιπων μυών.

Εμβιομηχανική της κολύμβησης

Τα βασικά είδη της κολύμβησης είναι το ελεύθερο, το πρόσθιο, το ύπτιο και η πεταλούδα. Αν και το καθένα έχει τη δική του ξεχωριστή τεχνική, όσον αφορά στη λειτουργία του ώμου, σε όλα τα είδη διακρίνουμε δύο κύριες φάσεις: τη φάση της προώθησης και τη φάση της επαναφοράς. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τη κίνηση του άνω άκρου για την προώθηση του κολυμβητή (είσοδος και κίνηση του χεριού στο νερό) και η δεύτερη φάση περιλαμβάνει την προετοιμασία του ώμου προκειμένου το άνω άκρο να λάβει ξανά θέση προώθησης.

Πώς δημιουργείται ο ώμος του κολυμβητή;

Για τη φάση της προώθησης απαιτείται μυική ισχύς ενώ, για τη φάση της επαναφοράς απαιτείται ελαστικότητα.

Η μεγάλη ελαστικότητα του ώμου επιτρέπει την επίτευξη ενός μεγάλου εύρους κίνησης έτσι ώστε, το άνω άκρο να επιστρέφει γρήγορα και εύκολα στην ιδανική θέση για την έναρξη της φάσης της προώθησης. Ωστόσο, η υπερβολική ελαστικότητα του ώμου προσφέρει μεγάλη ελευθερία κινήσεων εις βάρος της σταθερότητας. Οι συνεχείς μεγάλες κινήσεις της άρθρωσης επιβαρύνουν ολοένα και περισσότερο τους στατικούς σταθεροποιητές της (σύνδεσμοι, θύλακος), οι οποίοι αρχίζουν και χαλαρώνουν. Η χαλάρωση των συνδέσμων του ώμου δημιουργεί ένα περιβάλλον μικροαστάθειας, με αποτέλεσμα η κίνηση της άρθρωσης να μην είναι εντελώς σταθερή. Για να επιτευχθεί η απόλυτη σταθερότητα (έτσι ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δύναμη των κινήσεων), επιστρατεύονται οι δυναμικοί σταθεροποιητές (στροφικό πέταλο και τένοντας της μακράς κεφαλής του δικεφάλου). Οι τένοντες αυτοί υφίστανται μία διαρκή καταπόνηση πέραν του φυσιολογικού, “κουράζονται” και τελικά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις του κολυμβητή.

Η συνέχιση της προπόνησης σε έντονους ρυθμούς, οξύνει περαιτέρω το πρόβλημα, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο: η κούραση του στροφικού πετάλου συνεπάγεται πλημμελή λειτουργία του, παρατηρείται ελάττωση της μυϊκής ισχύος και αστάθεια του ώμου, επιπλέον επιβάρυνση των στατικών και δυναμικών σταθεροποιητικών μηχανισμών της άρθρωσης και ούτω καθεξής. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η φθορά και η καταστροφή ενός εκ των ανωτέρω ανατομικών σχηματισμών (τένοντες, σύνδεσμοι) και η εκδήλωση συμπτωμάτων.

Ποιά είναι τα συμπτώματα;

Η κλινική εικόνα του ώμου του κολυμβητή δεν είναι πάντα η ίδια. Ο κολυμβητής μπορεί να παραπονείται για ένα γενικό αίσθημα ενόχλησης και πόνου στον ώμο του ή να εστιάζει με ακρίβεια την πάσχουσα ανατομική δομή που τον ενοχλεί. Οι συχνότερες βλάβες που συναντάμε είναι οι εξής:

τενοντίτιδα στροφικού πετάλου (ιδίως τενοντίτιδα υπερακανθίου)
τενοντίτιδα μακράς κεφαλής δικεφάλου βραχιονίου
ρήξη στροφικού πετάλου (ιδίως ρήξη υπερακανθίου)
γενικευμένη αστάθεια
βλάβη του επιχείλιου χόνδρου
βλάβη SLAP (βλάβη επιχείλιου χόνδρου και έκφυσης μακράς κεφαλής δικεφάλου)

Η κλινική μας υποψία επιβεβαιώνεται συνήθως με τον κατάλληλο απεικονιστικό έλεγχο. Ανάλογα με τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης, ο αθλητής υποβάλλεται σε υπερηχογραφικό έλεγχο, σε μαγνητική τομογραφία ή σε μαγνητικό αρθρογράφημα.

Ποιά είναι η κατάλληλη θεραπεία;

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ο ώμος του κολυμβητή αντιμετωπίζεται συντηρητικά. Ο κύριος τρόπος αντιμετώπισης είναι η εντατική φυσικοθεραπεία με στόχο τη βελτίωση της τεχνικής της κολύμβησης και τη σταδιακή επιστροφή σε απαιτητικές αγωνιστικές δραστηριότητες. Στη φάση αυτή είναι ιδιαίτερα πολύτιμη η συνεργασία ορθοπαιδικού, φυσικοθεραπευτή και προπονητή. Καθένας πρέπει να παρακολουθεί την εξέλιξη της αποκατάστασης του αθλητή από τη δική του οπτική γωνία και να συμπληρώνει το ρόλο των άλλων δύο.

Αρχικά, συστείνεται στον αθλητή αποχή ή τροποποίηση αθλητικών δραστηριοτήτων, ξεκούραση και κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Στη συνέχεια, γυμνάζεται σωστά το στροφικό πέταλο και βελτιώνεται η κινητική των επιμέρους αρθρώσεων του ώμου (γληνοβραχιόνιος και θωρακωμοπλατιαία άρθρωση) με στόχο τη διόρθωση του ωμοβραχιόνιου ρυθμού. Τέλος, επιχειρείται η μετάβαση από τις ασκήσεις εδάφους στις ασκήσεις στο νερό και αναθεωρείται προσεκτικά η τεχνική κολύμβησης του κάθε αθλητή. Η αύξηση της έντασης της κολύμβησης και η επιστροφή σε πλήρεις αγωνιστικούς ρυθμούς επιτρέπεται μόνο εφόσον ο αθλητής έχει πλέον ένα σταθερό και δυνατό ώμο, χωρίς συμπτώματα αστάθειας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι, στις μέρες μας υπάρχει η τάση πολλές από τις ασκήσεις εδάφους να γίνονται στην πισίνα έτσι ώστε, ο κολυμβητής να αποκτά καλή ψυχολογία και να μη νιώθει απομονωμένος από τον υγρό στίβο. Φαίνεται ότι αυτή η τακτική ευνοεί την καλύτερη συμμόρφωση του αθλητή στις υποδείξεις του φυσικοθεραπευτή και βοηθά στην ταχύτερη επιστροφή του στις αγωνιστικές του υποχρεώσεις.

Η χειρουργική θεραπεία έχει ένδειξη σε λίγες περιπτώσεις αποτυχίας της συντηρητικής αγωγής ή εμμένουσας συμπτωματολογίας. Σχεδόν σε όλες τις χειρουργικές περιπτώσεις, ο ώμος του κολυμβητή ελέγχεται αρθροσκοπικά (έλεγχος της άρθρωσης με κάμερα μέσω μικρής τομής) και στη συνέχεια εφαρμόζεται η κατάλληλη χειρουργική τεχνική για την αποκατάσταση των εκάστοτε κατεστραμμένων ανατομικών δομών. Μετεγχειρητικά, ακολουθεί πάντα εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, με στόχο την ταχεία και ασφαλή επιστροφή του αθλητή στο επιθυμητό αγωνιστικό επίπεδο. Γενικά, η πλήρης ανάρρωση του χειρουργημένου ώμου απαιτεί μήνες αποκατάστασης. Αυτό προϋποθέτει την υπομονή του κολυμβητή και την προσήλωσή του στις οδηγίες του φυσκοθεραπευτή και του προπονητή του.
Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ο ώμος του κολυμβητή αποτελεί μια ομάδα παθήσεων με κοινό παρανομαστή την αστάθεια. Η διάγνωση του προβλήματος απαιτεί υψηλό δείκτη υποψίας και η αντιμετώπισή του αποτελεί πρόκληση για κάθε ορθοπαιδικό και φυσικοθεραπεύτή. Η οριστική λύση του είναι δύσκολη και χρονοβόρα και υπάρχει πιθανότητα να μην επιτευχθεί στο ακέραιο. Δεν είναι σπάνιο δηλαδή, η θεραπεία να είναι επιτυχής αλλά, ο αθλητής να μην επιστρέψει ακριβώς στο ίδιο επίπεδο αθλητικής δραστηριότητας πριν τον τραυματισμό του. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διευκρινίζεται σε κάθε κολυμβητή κατά τη διάγνωση του προβλήματος και πριν την έναρξη οποιασδήποτε προσπάθειας θεραπείας. Ο σταδιακός καθορισμός στόχων κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης και οι λογικές προσδοκίες για το τελικό λειτουργικό αποτέλεσμα βοηθούν τον κολυμβητή να συγκεντρωθεί στο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας και προπόνησης και να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία αυτή την ψυχοφθόρα φάση της καριέρας του.

Write a comment:

*

Your email address will not be published.

Για επείγοντα περιστατικά       213 0331715 / 697 2023834